Να επιστρέψουν όχι για να βοηθήσουν, αλλά για να προκόψουν στον τόπο τους

ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΑΛΑΣΠΙΝΑ

Η ιστορία του Θεόδωρου Καρά, μετανάστη από την Αυστραλία, που επέστρεψε στην Ελλάδα και ξεκίνησε μια μικρή βιοτεχνία Aluminco τη δεκαετία του ’80 και σήμερα εξάγει σε 60 χώρες του κόσμου, δεν είναι, ασφαλώς, η συνηθέστερη. Δεν είναι, όμως, ούτε η πρώτη. Ούτε η μοναδική. Ούτε θα είναι και η τελευταία.

Πολλοί απόδημοι Έλληνες έχουν κατά καιρούς επιστρέψει στη γενέτειρα και έχουν με επιτυχία (άλλος μεγαλύτερη άλλος μικρότερη) επενδύσει τις οικονομίες, τις γνώσεις και την εμπειρία που απέκτησαν στο εξωτερικό, ο καθένας στον τομέα του.

Τούτη η χώρα, η Ελλάδα μας, δεν αρέσκεται εν γένει στην έρευνα. Ούτε έχει αξιοποιήσει στο εύρος που θα ήταν ικανοποιητικό την επιστήμη της Στατιστικής. Σε άλλες χώρες π.χ.  στον οικονομικό τομέα, υπάρχουν επίσημα στοιχεία και αναλυτικοί πίνακες για ασήμαντες δραστηριότητες μέχρι και για τεράστιες επενδύσεις ή για επιστημονικά επιτεύγματα. Το ίδιο συμβαίνει με όλους τους τομείς δραστηριότητας. Εάν υπήρχαν και στην Ελλάδα, σίγουρα θα ξέραμε πόσοι απόδημοι και πόσοι ομογενείς έχουν επενδύσει στο διάβα των χρόνων στα πάτρια εδάφη, σε ποιους τομείς, με ποια επιτυχία κλπ.

Εκείνο που γνωρίζουμε είναι αυτό που συνήθως ακούγεται στην αγορά, επειδή «μιλιέται» από τους παθόντες: Το πόσοι έχουν προσπαθήσει να επενδύσουν στην γενέτειρα και απογοητευμένοι από την γραφειοκρατία «παίρνουν των ομματών τους» επιστρέφοντας στην ξενιτιά. Ή πόσοι έχουν χάσει τα χρήματά τους στην ίδια προσπάθεια. Αλλά και αυτά,  χωρίς συγκεκριμένα νούμερα και ακριβή στοιχεία.

Σίγουρα οι παθόντες δεν θα είναι λίγοι. Οπωσδήποτε, όμως, είναι πολλοί περισσότεροι όσοι εισήγαγαν “σιωπηρά” κατά περιόδους χρήματα και τα επένδυσαν στην Ελλάδα, είτε αγοράζοντας ακίνητα, είτε χτίζοντας σπίτια, είτε πραγματοποιώντας διάφορες  παραγωγικές επενδύσεις ή, ακόμη, και πραγματοποιώντας διάφορες  δωρεές κ.ο.κ.

Να μην ξεχνάμε ότι για πολλές δεκαετίες μέχρι και πρόσφατα, το κονδύλι εσόδων του Προϋπολογισμού του Κράτους με την ονομασία «Άδηλοι Πόροι» αφορούσε στο Ναυτιλιακό, στο Τουριστικό και στο Ομογενειακό Συνάλλαγμα που συνέρρεε στην Ελλάδα!

Μπορεί, λοιπόν, να μην έχουμε στατιστικούς πίνακες που να δείχνουν τι ακριβώς έγινε και σε ποιους τομείς της Οικονομίας προωθήθηκε το Ομογενειακό Συνάλλαγμα –που εκείνα τα χρόνια διεκπεραιώνονταν κυρίως από την Τράπεζα της Ελλάδος- γνωρίζουμε όμως, μερικές πολύ επιτυχημένες επενδυτικές προσπάθειες, που κυριολεκτικά ώθησαν προς τα εμπρός οικονομικά την Ελλάδα, όπως και επίσης ξέρουμε ότι ένα μέρος του ομογενειακού συναλλάγματος για αρκετά χρόνια ενίσχυε αποφασιστικά τον προϋπολογισμό πολλών Ελληνικών οικογενειών, στην ύπαιθρο χώρα και όχι μόνο.

Ωστόσο, το σύγχρονο «κύμα φυγής» ηλικιακά νέων επί το πλείστον σπουδαγμένων Ελλήνων στο εξωτερικό και η κυβερνητική πρόθεση να δει η πατρίδα πολλούς από αυτούς να επιστρέφουν, ενισχύοντας με την εμπειρία, τις γνώσεις και (γιατί όχι;)  επενδυτικά, την προσπάθεια ανασύνταξης της ελληνικής Οικονομίας μετά την οικονομική και πανδημική κρίση,  δίνει μια νέα διάσταση το όλο ζήτημα και επιβάλλει να ξεκινήσει, έστω και τόσο αργά, μία εκστρατεία σωστής και τεκμηριωμένης με στατιστικά στοιχεία, ενημέρωσης.

Μόνο τα επίσημα στοιχεία, εάν φυσικά είναι ευνοϊκά, μπορούν να υπερκεράσουν την αοριστία των επίσημων λόγων. Και μόνο τα μέτρα και οι νόμοι περιορισμού έως και εξάλειψης της γραφειοκρατίας, εάν καταστούν ορατά, μπορούν να πείσουν τους νέους Απόδημους, σε ένα ποσοστό, να επιστρέψουν.

Όχι για να βοηθήσουν, αλλά για να προκόψουν στον τόπο τους. Και τις προϋποθέσεις για αξιοκρατική άμιλλα και  χρηματοδοτική κλπ. τακτική ίσων ευκαιριών, πρέπει κατά την ταπεινή μας γνώμη, να διασφαλίσει θεσμικά και εκ των προτέρων,  το Κράτος.

Συνοψίζοντας, σίγουρα υπάρχουν πολλές ιστορίες παρόμοιες με αυτήν του Θεόδωρου Καρά. Οι οποίες είτε δεν έχουν δει ακόμη το φως της δημοσιότητας είτε πέρασαν «στα ψιλά» των εφημερίδων οικονομικής ή γενικότερης ύλης. Αυτές δείχνουν το δρόμο. Πρέπει ωστόσο να βιαστούμε. Πριν οι νεο-μετανάστες αποκτήσουν οικογένειες και περιουσίες στο εξωτερικό.  Διότι τότε ακόμη δυσκολότερα θα τους πείσουμε να επιστρέψουν οίκαδε.